Back

ⓘ Λειμωνάριο. Το Λειμωνάριο ή Λειμών είναι έργο του Ιωάννου Μόσχου που γράφτηκε στις αρχές του 7ου αι. μ.Χ. Από τις αρχές του 20ού αι. προσέλκυσε το ενδιαφέρον τω ..




                                     

ⓘ Λειμωνάριο

Το Λειμωνάριο ή Λειμών είναι έργο του Ιωάννου Μόσχου που γράφτηκε στις αρχές του 7ου αι. μ.Χ. Από τις αρχές του 20ού αι. προσέλκυσε το ενδιαφέρον των νεοελληνιστών φιλολόγων λόγω των ιδιαιτέρων γλωσσικών μορφολογικών και συντακτικών τύπων που περιέχει. Οι γλωσσικοί τύποι του κειμένου αποκλίνουν από τους αντίστοιχους της κλασικής ελληνικής της εποχής του, με αποτέλεσμα να έχει σχηματιστεί η πεποίθηση ότι στην εποχή στην οποία γράφτηκε χρειάζεται να εντοπιστούν οι προδρομικές καταβολές της ιστορικής νεοελληνικής. Την άποψη δε αυτή εκφράζει ρητώς ο Ολλανδός ελληνιστής Dirk Christiaan Hesseling ήδη από το 1931.

                                     

1. Ο συγγραφέας του έργου

Συγγραφέας του έργου είναι ο βυζαντινός μοναχός και περιηγητής Ιωάννης Μόσχος, και τόπος συγγραφής η Ρώμη. Ο συγγραφέας εκάρη μοναχός στη μονή του Αγίου Αββά Θεοδοσίου στη Βηθλεέμ, όπου και εμόνασε αρχικά, ενώ στην συνέχεια διέμεινε στη Λαύρα του Αγίου Σάββα, που βρίσκεται σε απόσταση δέκα χιλιομέτρων από την Ιερουσαλήμ, προς τα νοτιοανατολικά. Ο Μόσχος ξεκίνησε από τη Μονή του Αγίου Θεοδοσίου της Βηθλεέμ το 578 συνοδευόμενος από τον μαθητή και αχώριστο φίλο του Σωφρόνιο τον Σοφιστή μετέπειτα Πατριάρχη Ιεροσολύμων με προορισμό την Αίγυπτο. Οι δύο άνδρες, μέσα σε μια ταραγμένη εποχή, περιήλθαν τις εκτάσεις του ανατολικού Βυζαντίου, αλλά και το μεγαλύτερο μέρος της τότε γνωστής οικουμένης. Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στην Παλαιστίνη μεταξύ των ετών 594 και 603/604, ο Ιωάννης επισκέφθηκε όλα τα κοινόβια μοναστήρια και τις σκήτες της περιοχής. Στη διάρκεια των περιπλανήσεών του, αλλά και κατά τη διάρκεια της παραμονής του σε μοναστικά κέντρα, ο Ιωάννης κατέγραψε διηγήσεις από τη ζωή μοναχών και ερημιτών, προσπαθώντας να διασώσει τη σοφία των πατέρων της ερήμου, σε μια εποχή κατά την οποία ο κόσμος τους βρισκόταν υπό απειλή, λόγω των συχνών ληστρικών εξορμήσεων νομαδικών λαών της Ανατολής, αλλά και λόγω της αυξανόμενης ισχύος και της επεκτατικής τάσης των Σασσανιδών Περσών. Καρπός αυτής της εργασίας του υπήρξε το εν λόγω έργο. Το 614 οι δύο άνδρες εγκαταλείπουν την Αλεξάνδρεια υπό την απειλή των Περσών, και καταλήγουν στη Ρώμη, όπου και ολοκληρώνεται η συγγραφή του έργου, κατά τα τελευταία έτη της ζωής του Ιωάννου. O Φώτιος αναφέρει ότι στο σύγγραμμά του ο Ιωάννης προσφωνεί τον Σωφρόνιο, τον μαθητή του, και ότι έχοντας προΐδει την επικείμενη κοίμησή του, παρέδωσε το έργο στα χέρια του. Προ της εκδημίας του, ο Μόσχος παρήγγειλε στον αγαπημένο του μαθητή να μην αφήσει το λείψανό του στη Ρώμη, αλλά να το μεταφέρει και να το θάψει στο Όρος Σινά είχε διαμείνει στο Όρος Σινά επί δέκα έτη μετά την περιοδεία του στη Θηβαΐδα και στη Μεγάλη Όαση της Αιγύπτου. Τελικά, ο Ιωάννης ετάφη στην Σπηλιά της μονής του Αγίου Αββά Θεοδοσίου, που ήταν και η μονή της μετανοίας του.

Από εκκλησιαστικής απόψεως, την περίοδο κατά την οποία ο Ιωάννης συνέλεξε το υλικό του Λειμωναρίου, η Εκκλησία ταλανιζόταν από τις συνέπειες της εκδήλωσης του Χαλκιδόνειου Σχίσματος, που αφορούσε το ζήτημα των φύσεων θεϊκής και ανθρώπινης του Ιησού. Ο Ιωάννης έμεινε πιστός στις χριστολογικές διατυπώσεις της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου και ο ζήλος του για την κατίσχυση των ορθοδόξων χριστολογικών θέσεων αντανακλάται στη συχνότητα με την οποία το θέμα της αιρέσεως απαντάται στο κείμενο του Λειμωναρίου. Δειγματοληπτικά μπορούμε να αναφέρουμε την εξιστόρηση του κεφ. 36, όπου περιγράφεται το θαύμα του Εφραιμίου, Πατριάρχη Αντιοχείας, διά του οποίου ένας στυλίτης από τα μέρη της Ιεραπόλεως επiστρέφει στην Ορθοδοξία και κοινωνεί από τα χέρια του Πατριάρχη, αποκηρύσσοντας τα δόγματα του Σεβήρου, καθώς και την εξιστόρηση του κεφ. 26, όπου περιγράφεται το όραμα κάποιου μοναχού Θεοφάνη λεγόμενου, κατά το οποίο ο μοναχός οδηγείται σε τόπο σκοτεινό και δυσώδη, όπου βλέπει μέσα στο πυρ τους Νεστόριο και Θεόδωρο Μοψουεστίας, τους Ευτυχέα και Απολινάριο, τον Ευάγριο και τον Δίδυμο, τον Διόσκορο και Σεβήρο, καθώς και τους Άρειο και Ωριγένη.

                                     

2. Γραμματειακό είδος

Όσον αφορά το γραμματολογικό είδος, το Λειμωνάριον εντάσσεται στο είδος της μοναστικής λογοτεχνίας, είδος γνωστό και ως "ψυχωφελείς διηγήσεις", που γνώρισε ιδιαίτερη ανάπτυξη στη διάρκεια της πρώτης βυζαντινής περιόδου, δηλαδή αποτελεί κομμάτι μιας ευρείας γραπτής παράδοσης, που περιλαμβάνει παρόμοια κείμενα, με διδαχές και βίους αγίων πατέρων. Παράλληλα, εφαρμόζοντας έναν μάλλον οξύ ορολογικό αναχρονισμό, δεν θα ήταν άστοχο να εντάξουμε το έργο στο είδος της ταξιδιωτικής λογοτεχνίας, με την ουσιώδη διαφορά ότι στα έργα ταξιδιωτικής λογοτεχνίας, εν αντιθέσει με τον Λειμώνα, έχουμε εκτενείς περιγραφές τοπίων, κτισμάτων, αλλά και διαρκείς εγκυκλοπαιδικού τύπου αναφορές. Φυσικά ο Λειμώνας δεν εγκαινίασε το είδος των ψυχωφελών διηγήσεων. Όταν ο Μόσχος συνέλεγε το υλικό του, σίγουρα γνώριζε δύο προγενέστερα παρομοίου περιεχομένου πονήματα, που είχαν κυκλοφορήσει διακόσια χρόνια ενωρίτερα: την Λαυσαϊκή Ιστορία του Παλλαδίου και την συλλογή ανεκδότων που είναι γνωστή με τον τίτλο Historia Monachorum, έργα που είχαν καθιερώσει από καιρό το γραμματειακό είδος των ψυχωφελών ανεκδότων. Άλλωστε, την εποχή του αυτοκράτορος Ιουστινιανού, ο Κύριλος ο Σκυθοπολίτης, από τους πλέον καταξιωμένους συγγραφείς βίων αγίων του 6ου αι., είχε ζωντανέψει με τις αφηγήσεις του στιγμιότυπα ασκητικών άθλων των αγίων Ευθυμίου του μεγάλου, Σάββα του Ηγιασμένου κοίμησις 532, Ιωάννη του Ησυχαστή, οσίου Κυριακού του αναχωρητού κοίμησις 506, Θεοδοσίου του Κοινοβιάρχου κοίμησις 529, Θεογνίου και Αβραμίου στην έρημο της Ιουδαίας.

                                     

2.1. Γραμματειακό είδος Το Λειμωνάριο και η Εκκλησιαστική Ιστορία Ευαγρίου του Σχολαστικού

Ο συγγραφέας εκκλησιαστικής ιστορίας Ευάγριος Σχολαστικός 536-594, σύμβουλος του Παριάρχη Γρηγορίου Αντιοχείας Πατριάρχη κατά τα έτη 570-93 και σύγχρονος του Ιωάννη, ενέταξε στο έργο του Εκκλησιαστική Ιστορία μια μικρή συλλογή ανεκδότων αναλόγων στο είδος με εκείνα του Λειμωναρίου. Κάποια από αυτά θα εντοπίσουμε στις επόμενες παραγράφους.

Στο κεφ. 35 του 4ου βιβλίου της Εκκλησιαστικής Ιστορίας, παρατίθεται η ιστορία του αββά Θωμά της Κοίλης Συρίας, ο οποίος ετάφη σε ένα μνήμα για ξένους στο προάστειο Δάφνη της Αντιόχειας. Αργότερα στο ίδιο μνήμα ετάφησαν και δύο ξένοι, των οποίων τα σώματα εναποτέθηκαν επάνω στο λείψανό του. Ο Θεός για να αναδείξει την αγιότητα του αββά Θωμά έκανε το εξής σημείο: τα σώματα των δύο ξένων διώχθηκαν απωθούμενα μακριά από το σώμα του αββά. Έτσι έγινε πρόδηλη η αγιότητα του ανδρός, και αφού διά του σημείου τούτου οι Αντιοχείς κατάλαβαν ότι επρόκειτο περί αγίου, μετέφεραν με μεγαλοπρεπή πομπή την σωρό του στο κοιμητήριο της Αντιόχειας, αφού την περιέφεραν στην πόλη. Με την περιφορά και μετάθεση δε του λειψάνου του αγίου επαύθη λοιμώδης νόσος η οποία τότε ταλαιπωρούσε την πόλη. Λεπτομερέστερη εκδοχή της αυτής ιστορίας βρίσκουμε και στο κεφ. 88 του Λειμώνος. Η εκδοχή του Λειμώνος απολειαίνει την παραδοξότητα της εκδοχής του Ευαγρίου, καθώς μας πληροφορεί ότι τα σώματα που "εκδιώχθηκαν" από τον τάφο του αγίου ήταν σώματα γυναικών και ότι διά του γενομένου θαύματος οι Αντιοχείς αντιλήφθηκαν πως ο αββάς δεν ενέκρινε την ταφή γυναικών επάνω στο λείψανό του.

Στο κεφ. 33 του 4ου τόμου της Εκκλησιαστικής Ιστορίας διαβάζουμε για τον άγιο Βαρσανούφιο σύγχρονος του αυτοκράτορα Ιουστινιανού Α΄, ο οποίος, σύμφωνα με τον Ευάγριο, διήθλησε ασκητικό άσαρκον βίον σε τέτοιο βαθμό, ώστε ο Θεός τον αξίωσε να κάνει τόσο πολλά σημεία, ώστε η μνήμη του ανθρώπου να μην μπορεί να τα θυμάται όλα. Σύμφωνα με την αφήγηση του Ευαγρίου, οι σύγχρονοι του αγίου πίστευαν ότι αυτός ζούσε έγκλειστος σε ένα οικίσκο, παρά το ότι για πάνω από πενήντα έτη κανείς δεν τον είχε δει και κανένα άνθρωπο δεν είχε συναναστραφεί. Όμως, ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων Ευστόχιος δυσπιστούσε ως προς αυτό και αποφάσισε να σκάψει τον τοίχο προκειμένου να εισέλθει δι αυτού στον οικίσκο όπου ο άγιος Βαρσανούφιος ήταν έγκλειστος. Τότε εξήλθε πυρ το οποίο παρ ολίγον να κάψει όλους όσους βρίσκονταν σ εκείνο το μέρος. Στο Προοίμιόν του στο βιβλίο των Ερωταποκρίσεων Βαρσανουφίου και Ιωάννου, ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης αναφέρεται στη μοναδική περίπτωση κατά την οποία ο όσιος Βαρσανούφιος κατά τη διάρκεια των πενήντα και πλέον ετών του εγκλεισμού του εμφανίσθηκε σε ανθρώπους, και συγκεκριμένα σε κάποιους μοναχούς της μονής του οσίου Σερίδου, κοντά στην οποία βρισκόταν και ο οικίσκος του εγκλεισμού του αγίου. Παραθέτουμε το σχετικό κείμενο του Νικοδήμου, το οποίο με τη σειρά του παραπέμπει στο κεφάλαιο ξα 61 των Ερωταποκρίσεων, όπου και η σχετική αφήγηση: "Σημείωσαι ὅτι ἀναμεταξὺ εἰς τοὺς πεντήκοντα χρόνους, καθ ̓ οὓς ἦτον ἔγκλειστος ὁ μέγας Βαρσανούφιος, μίαν μόνην φορὰν ἐφάνη εἰς μερικούς ἐπειδὴ γὰρ ἕνας ἀδελφὸς ἀπίστει καὶ ἔλεγεν, ὅτι ὁ Βαρσανούφιος δὲν εἶναι μέσα εἰς τὸ ἐγκλειστήριόν του, ἀλλ ̓ ὁ Σέριδος πλάττει τὰς ἀποκρίσεις, τούτου χάριν ὁ ἅγιος κράξας τὸν ἀπιστοῦντα ἐφάνη εἰς αὐτόν, καὶ ἔνιψεν αὐτοῦ τοὺς πόδας καὶ τῶν παρευρεθέντων ἀδελφῶν, καὶ οὕτως ἐπίστευσεν ἐκεῖνος καὶ πάντες ἐδόξασαν τὸν Θεόν καὶ ὅρα περὶ τούτου τὴν ξαʹ ̓Απόκρισιν τοῦ ̔Αγίου.". Και στην περίπτωση αυτών των αφηγήσεων έχουμε να κάνουμε με εξιστορήσεις παρομοίου υφής με αυτές που συναντάμε στο Λειμωνάριο.

Στο επόμενο κεφ. του 4ου τόμου της Εκκλησιαστική Ιστορίας, ο Ευάγριος κάνει λόγο για τον Συμεών τον δια Χριστόν Σαλό, που ζούσε στην Έμεσα. Αφηγείται λοιπόν ότι ο Συμεώνης είχε αποβάλει σε τέτοιο βαθμό το πάθος της κενοδοξίας, ώστε αυτοί που δεν γνώριζαν την αλήθεια να τον θεωρούν τρελό, παρά το ότι ήταν πλήρης θείας σοφίας. Κάποτε κάποιοι είδαν τον Συμεών να μπαίνει στο δωμάτιo μιας εταίρας και να μένει μόνος μαζί της για πολλή ώρα. Εν συνεχεία ο Συμεώνης άνοιξε τη θύρα του δωματίου και προσποιούμενος ότι κοιτούσε επιφυλακτικά μήπως τον έβλεπε κάποιος αποχώρησε. Αυτοί λοιπόν που τον είδαν, πήραν την εταίρα και την ρωτούσαν ποια ήταν η φύση της επισκέψεως του Συμεώνος. Κι εκείνη τους εξήγησε πως αυτή ήταν η τέταρτη συνεχής ημέρα που την έβρισκε εντελώς νηστική, μη έχοντας βάλει στο στόμα της παρά μόνο νερό εξαιτίας της ένδοιάς της, κι ότι εκείνος τής αγόρασε τρόφιμα, και αφού έκλεισε τη θύρα του δωματίου, τής έφτιαξε τράπεζα προκειμένου να φάει, προτρέποντάς την να χορτάσει με το γεύμα. Και για να αποδείξει τα λεγόμενά της τους έδειχνε τα υπολείμματα αυτών που της είχε προσφέρει ο άγιος. Την αφήγηση αυτή μπορούμε να αντιπαραβάλουμε στην παραπλήσια αφήγηση του κεφ. 136 του Λειμώνος, που αφορά το αββά Σισίννιο τον αναχωρητή. Στην πρωτοπρόσωπη αυτή αφήγηση ο άγιος αββάς Σισίννιος διηγείται ότι μία ημέρα που έψαλλε στο ασκητήριό του, προσέρχεται μία Σαρακήνισσα και αρχίζει να γυμνώνεται μπροστά του. Εκείνος ανοίγει διάλογο μαζί της και αφού εξακριβώνει ότι η γυναίκα ήταν χριστιανή τη ρωτά: "Καὶ οὐκ οίδας ότι οι πορνεύοντες υπάγουσιν;" "Και δε γνωρίζεις πού πηγαίνουν οι πορνεύοντες;". Η γυναίκα απαντά καταφατικά και του εξηγεί πως ο λόγος για τον οποίο ζητά να πορνεύσει είναι η πείνα της. Τότε ο αββάς την προτρέπει να σταματήσει να πορνεύει και της αντιπροτείνει να πηγαίνει κάθε μέρα στο ασκητήριό του. Έτσι ο άγιος, από αυτά που του εξοικονομούσε ο Θεός, παρείχε στην γυναίκα την καθημερινή της τροφή, έως ότου εκείνος αποχώρησε από κείνα τα μέρη ασκήτευε κοντά στον Ιορδάνη.

Στο ίδιο κεφ. ο Ευάγριος εξιστορεί ένα μεγάλο σημείο που ο άγιος Συμεών έκανε τις παραμονές μεγάλων σεισμών που έπληξαν ιδιαίτερα τη Βηρυτό, τη Βίβλο και την Τρίπολη της Φοινίκης. Ο άγιος κραδαίνοντας μαστίγιο έπληττε την πλειονότητα των κιόνων, περιερχόμενος την αγορά, και φωνάζοντας στους κίονες: "Σταθείτε, σας περιμένει χορός.". Ήταν δε γνωστό στους συμπολίτες του πως τίποτα απ όσα έκανε δεν ήταν συμπτωματικό. Γι αυτό εκείνοι που ήταν μπροστά στο παράδοξο θέαμα, παρατηρούσαν ποιους κίονες προσπερνούσε χωρίς να τους μαστιγώσει. Δεν πέρασε πολύς καιρός και οι κίονες που δεν είχε μαστιγώσει έπεσαν από τους σεισμούς. Αναφορά στους ίδιους σεισμούς έχουμε και στο κεφ. 50 του Λειμωναρίου. Στην εξιστόρηση αυτή ο αββάς Αναστάσιος που διέμενε στη Σκυθόπολη της Παλαιστίνης κάποια νύχτα που σηκώθηκε για να κρούσει το ξύλο, ακούει τον γέροντα Γεώργιο τον έγκλειστο να κλαίει και ζητά να μάθει τον λόγο για τον οποίο ο γέροντας έκλαιγε πικρά. Ο γέροντας Γεώργιος απαντά πως κλαίει διότι ο Δεσπότης δεν θέλει να εξευμενισθεί προς αυτούς. Και περιγράφει το όραμα που είδε, στο οποίο ο Κύριος δεν εισήκουε τις δεήσεις εκείνων που τον παρακαλούσαν, ακόμα και της Θεοτόκου. Το περιστατικό συνέβη ξημερώματα της Πέμπτης, τη δε Παρασκευή εκδηλώνεται κλόνος μέγας, από τον οποίο γκρεμνίζονται οι πόλεις της παραλίας Φοινίκης.

To 1938, o Th. Nissen δημοσίευσε ένα παράρτημα του Λειμωναρίου, το οποίο περιείχε δεκατέσσερεις 14 επιπλέον αφηγήσεις, οι οποίες δεν είχαν περιληφθεί στην έκδοση του Migne. Το παράρτημα αυτό βασίστηκε σε δύο χειρόγραφα του Λειμωναρίου που είχαν χρησιμοποιηθεί από τον Hermann Usener, στην έκδοση ενός σημαντικής αξίας προλόγου στο κείμενο του Λειμώνος, τον οποίο πρόλογο ο Migne δεν είχε συμπεριλάβει στη δική του έκδοση από λάθος. Πρόκειται για τον Βερολίνιο cod. gr. 221 και τον κώδικα της Βιέννης hist. gr. 42.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει 8η ιστορία του παραρτήματος του Nissen, η οποία έχει ως εξής: σε κάποια κωμόπολη της Παλαιστίνης, όπου κατοικούσαν Χριστιανοί και Εβραίοι με πολλά ζώα, υπήρχε η συνήθεια να συγκεντρώνουν το πρωί τα ζώα στην είσοδο της πόλεως και να στέλνουν ο καθένας κάποιο γιο του ή κάποιο δούλο του για να τα βγάλει για βοσκή. Μία ημέρα λοιπόν, την ώρα του φαγητού, τα παιδιά των Χριστιανών σκέφθηκαν, προφανώς ως παιχνίδι, να κάνουν τη Θ. Λειτουργία, όπως την έκαναν οι κληρικοί στην εκκλησία. Ένα παιδί πήρε τη θέση του επισκόπου και έκανε τους άλλους, άλλους περσβυτέρους, άλλους διακόνους, άλλους υποδιακόνους και άλλους αναγνώστες. Ένα εβραιόπουλο θέλησε να συμμετάσχει και αυτό στο παιχνίδι, αλλά τα υπόλοιπα παιδιά δεν το δέχονταν, διότι δεν ήταν Χριστιανός. Το εβραιόπουλο τότε πρότεινε να γίνει και αυτό Χριστιανός, και τα παιδιά δέχθηκαν και τον έβαλαν στην "τελετή". Ο δήθεν επίσκοπος έκανε τη "βάπτιση" και στη συνέχεια άρχισαν να κάνουν όλα τα της Λειτουργίας. Όταν όμως έφθασαν στο "Εἷς ἅγιος." κατεβηκε φωτιά από τον ουρανό και κατέκαυσε ό,τι βρίσκονταν επάνω στο δήθεν θυσιαστήριο, τα δε παιδιά από τον φόβο τους έπεσαν κάτω και έμειναν εκεί σαν πεθαμένα. Τρεις ημέρες μετά το περιστατικό, ο πάτέρας του μικρού Εβραίου, που ήταν αρχιραββίνος, ετοίμασε το τραπέζι και καλούσε το παιδί του να έρθει για φαγητό.Το παιδί όμως, αρνιόταν να καθίσει στο τραπέζι, λέγοντας ότι είναι Χριστιανός. Τότε ο αρχιραββίνος αποφάσισε να τιμωρήσει το παιδί του, παραδίδοντάς το σε φρικτό θάνατο. Όμως ο Θεός είχε οικονομήσει έτσι τα πράγματα, ώστε το παιδί να μη βλαφθεί. Την περίοδο εκείνη, ο εμίρης της περιοχής είχε θυμώσει με τον λουτράρη, δηλαδή με τον υπεύθυνο του δημοσίου λουτρού, θεωρώντας ότι δεν το θέρμαινε όπως έπρεπε, αλλά το άφηνε κρύο. Ο αρχιραββίνος έμαθε για την επίπληξη που ο εμίρης έκανε στον λουτράρη βαλανέα, καθώς και ότι τον είχε προστάξει να θερμάνει σωστά το λουτρό για την επόμενη ημέρα. Κάλεσε λοιπόν ο αρχιραββίνος τον βαλανέα και έκανε μαζί του μία συμφωνία. Η συμφωνία προέβλεπε ότι ο βαλανεύς θα έριχνε μέσα στο καμίνι του λουτρού αυτόν που θα του έστελνε ο αρχιραββίνος, ώστε να πεθάνει, και ότι ο ραββίνος σε αντάλλαγμα θα χάριζε στον λουτράρη τα χρήματα που εκείνος του χρωστούσε. Ο βαλανεύς την επόμενη ημέρα, φοβούμενος την τιμωρία του εμίρη αμιρά, πύρωσε το καμίνι πολύ περισσότερο απ ό,τι συνήθως. Τηρώντας τη συμφωνία, ο λουτράρης ἐριξε το παιδί στο καμίνι για να πεθάνει, όμως εκ θείου θαύματος, όταν ο αμιράς πήγε να πάρει το λουτρό του, το βρήκε πάλι κρύο. Όταν δε πήγε μαζί με τον λουτράρη να δει τι συνέβαινε στο καμίνι, βρήκε μέσα το παιδί του Εβραίου να κάθεται χαρούμενο, σώο και αβλαβές.

Ο αμιράς αφού έμαθε τι είχε συμβεί, διατάζει τον βαλανέα αυτή τη φορά να κάψει το καμίνι μπροστά του. Το καμίνι άναψε μπροστά του και ο εμίρης, παρακινημένος από την ασέβειά του έριξε ο ίδιος το παιδί στη φωτιά. Όταν όμως πήγε για δεύτερη φορά στο χαμάμ για το λουτρό του, το βρήκε τόσο κρύο, σαν να μην είχε θερμανθεί για μια ολόκληρη εβδομάδα. Για δεύτερη φορά το στόμιο του καμινιού άνοιξε, και το παιδί βρισκόταν μέσα αβλαβές, ενώ δεν υπήρχε καμμία οσμή από καπνό. Ο εμίρης τά χασε και έτρεξε να ενημερώσει για την υπόθεση αυτόν που οι μουσουλμάνοι αποκαλούσαν σύμβουλο. Ο σύμβουλος όταν πληροφορήθηκε τα γεγονότα έσπευσε στην κωμόπολη εκείνη και διέταξε να ανάψουν το καμίνι μπροστά του, και να ρίξουν τον γιο του αρχιραββίνου μέσα, εν τη παρουσία του. Το ίδιο σημείο επαναλήφθηκε για τρίτη φορά και έτσι ο σύμβουλος θέλησε να πληροφορηθεί από το ίδιο το παιδί τα γεγονότα. Το παιδί διηγήθηκε όλη την ιστορία εξ αρχής, και εν συνεχεία, ο σύμβουλος κάλεσε το αρχιραββίνο να απολογηθεί για το ανουσιούργημα που είχε διαπράξει. Ο σύμβουλος τελικά καταδικάζει τον αρχιραββίνο σε θάνατο, ορίζει δε τα παιδιά που έκαναν την μίμηση της Λειτουργίας να μπουν σε μοναστήρι, προστάζοντας για το καθένα να λαμβάνει σιτηρέσιο αναλόγως με τον βαθμό "ιερωσύνης" τον οποίο είχε λάβει όταν τα παιδιά μιμήθηκαν την τελετή της Θείας Λειτουργίας στην εξοχή.

Η παρουσία στην αφήγηση αυτή του άραβα εμίρη, αλλά και του "συμβούλου" δείχνουν ότι η αφήγηση είτε δεν προέρχεται από τον Μόσχο είτε επαναδιαμορφώθηκε από κάποιον υστερότερο συγγραφέα. Σε κάθε περίπτωση, η αφήγηση πήρε την τελική της μορφή μετά την αραβική κατάκτηση της Παλαιστίνης και την συνακόλουθη κυριαρχία του Ισλάμ. Mία εξιστόρηση πολύ παρόμοια με την προηγούμενη υπάρχει στο κεφ. iv.36 της Εκκλησιαστικής Ιστορίας του Ευαγρίου. O συγγραφέας διηγείται πως κάποια ημέρα στην Κωνσταντινούπολη, ανάμεσα στα παιδιά που οδηγήθηκαν στην Αγία Σοφία προκειμένου να φάγουν τις εναπομείνασες άγιες μερίδες του αχράντου σώματος του Χριστού, σύμφωνα με το έθος που επικρατούσε στην βασιλεύουσα, ήταν και ένας γιος κάποιου Εβραίου υαλουργού. Όταν το εβραιόπουλο επέστρεψε σπίτι και οι γονείς του το ρωτούσαν γιατί είχε καθυστερήσει, εκείνο τους εξήγησε τι είχε συμβεί και τι είχε φάει μαζί με τα άλλα παιδιά. Τότε ο υαλουργός οργίσθηκε εναντίον του παιδιού και χωρίς η μητέρα να το γνωρίζει, άναψε τον κλίβανο όπου συνήθιζε να δίνει σχήμα στο γυαλί, και έκλεισε μέσα το παιδί, ώστε να πεθάνει. Η μητέρα του παιδιού αναζητούσε τον γιο της σ όλη την πόλη οδυρόμενη. Την τρίτη ημέρα το παιδί μέσα από τον κλίβανο άκουσε τη μητέρα του που το φώναζε σπαράζοντας από τον θρήνο, και άρχισε να απαντά στις φωνές της. Ακολούθως, η μητέρα μπαίνει στον κλίβανο και βρίσκει τον γιο της σώο και αβλαβή. Το παιδί εξηγεί ότι κάποια γυναίκα με πορφυρό ένδυμα ερχόταν συχνά κοντά του, του παρείχε νερό, έσβηνε με το νερό τα κάρβουνα που το πλησίαζαν και του έδινε φαγητό όταν πεινούσε. Η υπόθεση και το θαύμα της Θεοτόκου έφθασαν στον Ιουστινιανό, κι εκείνος όρισε να βαπτισθούν Χριστιανοί η μητέρα και το παιδί, ενώ για τον πατέρα, καθώς δεν δεχόταν να βαπτισθεί, διέταξε να εκτελεσθεί διά ανασκολοπισμού. Η ομοιότητα ανάμεσα στις δύο ιστορίες είναι έκδηλη, και όσον αφορά την αφήγηση του Ευαγρίου, αυτή θα μπορούσε κάλλιστα να σταθεί μεσα στο Λειμωνάριο ανάμεσα στις υπόλοιπες εξιστορήσεις.

Στο κεφ. 25 του Λειμώνος ο Μόσχος διηγείται πως ένας μοναχός του κοινοβίου του Χουζιβά μετέφερε πρόσφορα στη μονή. Καθ οδόν ο μοναχός απήγγειλε την ευχή της προσκομιδής σύμφωνα με την τάξη της στιχολογίας. Ο αββάς Ιωάννης Χοζεβίτης, ο ιδρυτής της λαύρας του Χωζιβά, καθώς τελούσε την προσκομιδή δεν είδε όπως κάθε φορά την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος, και έτσι μπήκε κλαἰγοντας στο διακονικό και έπεσε στη γη κατά πρόσωπο. Τότε του παρουσιάζεται άγγελος Κυρίου και του λέει ότι λόγω του ότι ο μοναχός είπε την ευχή της αγίας αναφοράς στο δρόμο, τα πρόσφορα αγιάσθηκαν και είναι τετελειωμένα. Έκτοτε, ο άγιος αββάς Ιωάννης πρόσταξε κανείς αχειροτόνητος να μην μαθαίνει την ευχή της αναφοράς, και κανείς να μην την λέει οποιαδήποτε ώρα χωρίς να είναι αγιασμένος ο τόπος. Διήγηση που αφορά θαυματουργική επέμβαση του Ιωάννη του Χωζιβά, όταν ήταν επίσκοπος της Καισάρειας της Παλαιστίνης, υπάρχει και στο 4ο βιβλίο της Εκκλησιαστικής Ιστορίας του Ευαγρίου κεφ. 7: ο Ιωάννης μαθαίνει ότι η σύζυγος κάποιου επιφανούς πολίτη της Καισάρειας, που ονομαζόταν Αρκεσίλαος, είχε ένα ατύχημα από το οποίο κόπηκε το ένα της μάτι. Ο Ιωάννης πηγαίνει κοντά της, και αφού διαπιστώνει ότι η κόρη του ματιού είχε τελείως πέσει κι ότι το μάτι είχε ξεσχισθεί, προστάζει έναν από τους ιατρούς που την παρακολουθούσαν να φέρει ένα σπόγγο και αφού εισαγάγει όσο καλύτερα μπορούσε τα εκσχισθέντα τμήματα του ματιού στη θέση τους, να επιθέσει τον σπόγγο στερεώνοντάς τον με επιδέσμους. Εκείνη την ώρα ο Αρκεσίλαος βρισκόταν μαζί με τον αββά Ζωσιμά στο μοναστήρι του τελευταίου στην κώμη Σίνδη. Όταν τα νέα του ατυχήματος έφθασαν στον Αρκεσίλαο, αυτός άρχισε να θρηνεί μεγαλοφώνως, να μαδά τα μαλλιά του και να τα πετά προς τον ουρανό. Τότε ο άγιος αββάς Ζωσιμάς, αφού για κάποιο διάστημα απομονώθηκε στο δωμάτιο όπου προσευχόταν, επέστρεψε και ανακοίνωσε στον Αρκεσίλαο ότι η γυναίκα του θεραπεύθηκε, και η συμφορά δεν ηδυνήθη να της στερήσει τίποτα, διότι έτσι θέλησε να γίνει ο "Χοζιβίτης". Εδώ συναντάμε ένα από τα λιγοστά κείμενα της πρώϊμης βυζαντινής περιόδου, που δίνουν πληροφορίες για τον τρόπο ζωής των γαιοκτημόνων που ζούσαν στις ανατολικές επαρχίες της αυτοκρατορίας. Υπάρχουν δε και άλλα παρόμοιας φύσεως αγιολογικά κείμενα, που ρίχνουν λίγο φως στις συνθήκες και τον τρόπο ζωής αυτών των εύπορων επαρχιωτών της βυζαντινής ανατολής.

Στο κεφ. 107 του Λειμώνος ο Μόσχος αφηγείται περιστατικά από τον βίο του οσίου Γερασίμου του Ιορδανίτου. Ένα απ αυτά έχει ως εξής: ο όσιος Γεράσιμος είχε εξημερώσει ένα λιοντάρι, το οποίο τον ακολουθούσε σαν να ήταν μαθητής του. Το μοναστήρι του αγίου διέθετε ένα γάϊδαρο, ο οποίος μετέφερε το νερό από τον άγιο Ιορδάνη, για τις ανάγκες της λαύρας. Στο λιοντάρι δε η μονή είχε αναθέσει το διακόνημα του να βγάζει τον όνο για βοσκή. Μία μέρα που το λιοντάρι είχε βγάλει τον όνο για βοσκή, αυτός απομακρύνθηκε από το λιοντάρι για αρκετή ώρα. Κάποιοι Άραβες καμηλάριοι που περνούσαν βρήκαν μόνο του τον όνο και τον έκλεψαν. Το λιοντάρι έχοντας χάσει τον όνο επέστρεψε στην μονή και παρουσιάστηκε κατσουφιασμένο στον αββά. Εκείνος δε μη βλέποντας τον όνο, θεώρησε πως τον είχε φάγει ο λέοντας. Ενώ δε ερωτούσε τον λέοντα πού ήταν το γαϊδούρι, εκείνος λες και ήταν άνθρωπος έμενε σιωπηλός κρατώντας τα μάτια προς τη γη. Ο άγιος Γεράσιμος που νόμιζε ότι ο λέων είχε φάει τον όνο, δόξασε τον Κύριο και ανέθεσε στον λέοντα να κάνει στο εξής ο ίδιος, το διακόνημα που έως τότε εκτελούσε ο όνος. Από τότε, το λιοντάρι εβάσταζε το κοφίνι με τις τέσσερεις στάμνες και μετέφερε το νερό στη λαύρα, κατ εντολήν του αγίου.

Ξανά, στην Εκκλησιαστική Ιστορία του Ευαγρίου iv.7 βρίσκουμε μία ανάλογη ιστορία με πρωταγωνιστή αυτή τη φορά τον άγιο αββά Ζωσιμά, του οποίου η μονή βρισκόταν στο χωριό Σίνδη, που απείχε κάτι λιγότερο από είκοσι σταδίους, δηλαδή κάτι λιγότερο από τέσσερα χιλιόμετρα από την Τύρο της Παλαιστίνης. Ο Ευάγριος διηγείται πως ενώ ο όσιος Ζωσιμάς πήγαινε στην Καισάρεια σέρνοντας μαζί του ένα γαϊδούρι στο οποίο είχε φορτώσει προμήθειες, τους συνήντησε ένα λιοντάρι, το οποίο αφού άρπαξε τον όνο αποχώρησε. Ο αββάς ξεκίνησε να ακολουθεί τον λέοντα έως ότου αυτός χόρτασε από το φαγητό. Τότε, γελώντας επιδοκιμαστικά, πρόσταξε το λιοντάρι να αχθοφορήσει, προκειμένου να μεταφέρει τις προμήθειες που πριν ήταν φορτωμένες στον όνο. Το λιοντάρι τότε, σαν να είχε λησμονήσει την φυσική του αγριότητα, κουνούσε την ουρά του, έτρεξε κοντά στον άγιο Ζωσιμά με πραότητα, και με τις στάσεις και τις κινήσεις του σώματος εκδήλωνε την πειθήνιά του διάθεση. Ο αββάς φόρτωσε στον λέοντα το φορτίο του όνου και τον οδήγησε έως των πυλών της Καισαρείας, φανερώνοντας έτσι τη δύναμη του Θεού και ότι όλα γίνονται υπάκουα στον άνθρωπο που ζει σύμφωνα με τις εντολές Του.



                                     

3. Ιστορικές επιστημονικές εκδόσεις του Λειμωναρίου.

Στη Δύση, μέχρι το 1624, οι έντυπες εκδόσεις του Λειμωναρίου δεν περιείχαν το ελληνικό κείμενο, παρά μόνο μία λατινική μετάφραση, εκπονηθείσα το 1423 από τον Ιταλό μοναχό και κορυφαίο ελληνιστή της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας Αμβρόσιο Τραβερσάρι, γνωστό και ως Αμβρόσιο των Καμαλδολών 1386-1439. Η λατινική μετάφραση του Τραβερσάρι μεταφέρθηκε στην Ιταλική το 1443 από τον Feo Belcari. H χειρόγραφη μετάφραση του Belcari σήμερα βρίσκεται στη Φλωρεντία κώδικας Riccardianus 1342, το δε αυτόγραφο χειρόγραφο της μετάφρασης του Τραβερσάρι βρίσκεται επίσης στη Φλωρεντία, στην Εθνική Βιβλιοθήκη πρόκειται για το χειρόγραφο Conventi G.4.844. To 1624, 107 από τα 219 τμήματα του πρωτότυπου ελληνικού κειμένου μαζί με ανατύπωση της λατινικής εκδοχής του Τραβερσάρι, εκδόθηκαν για πρώτη φορά εντύπως από τον Fronton du Duc, γνωστό και ως Δουκαίο, στον δεύτερο τόμο του έργου του Bibliotheca Veterum Patrum, στο Παρίσι. Η έκδοση του ελληνικού κειμένου του Δουκαίου βασίστηκε σε χειρόγραφα της Βατικανής Βιβλιοθήκης. Το 1863 ο Migne συνδύασε στον τόμο 87 της Patrologia Graeca το ελληνικό κείμενο της έκδοσης του Δουκαίου με εκείνο μιας άλλης έκδοσης του 17ου αι., εκείνης του J. B. Cotelier δημοσιευμένης το 1681 στον δεύτερο τόμο του έργου του Ecclesiae Graecae Monumenta, ώστε 0να δώσει ένα σχεδόν πλήρες ελληνικό κείμενο του Λειμωναρίου παράλληλα με το λατινικό κείμενο του Τραβερσάρι. Το 1946 εκδόθηκε μία μετάφραση στη γαλλική, ενταγμένη στη σειρά Sources Chrétiennes συγγραφέας: M. J. Rouet de Journel, η οποία όμως κρίνεται ανεπαρκής, καθόσον στηρίζεται αποκλειστικά στο κείμενο της εκδόσεως του Migne και σε κάποια σημεία υπάρχουν λάθη στη γαλλική απόδοση του ελληνικού κειμένου. Το 1931 στο Παρίσι εκδόθηκαν επιλεγμένα κεφάλαια του Λειμώνος στα ελληνικά με μετάφραση και εισαγωγή από τον D. C. Hesseling με τον τίτλο Morceaux choisis du Pré Spirituel, με αξιόλογο σχολιασμό πάνω στη γλώσσα που χρησιμοποιείται από τον Μόσχο βλ. και εισαγωγική παράγραφο.

                                     

4. Βιβλιογραφία

  • Ιωάννου Μόσχου, "Πνευματικός Λειμών", Σειρά: "Φιλοκαλία των Νηπτικών και Ασκητικών", τόμος 2, Πατερικαί Εκδόσεις, "Γρηγόριος ο Παλαμάς", 1987.
  • Ιωάννου Μόσχου, "Λειμωνάριον το Παλαιόν", εκδόσεις "Η Αγία Άννα", Μάϊος 2011.